Λυπούμαστε, αλλά τα λεξικά μας δεν ξέρουν να μεταφράζουν προτάσεις!
Το WordReference προσφέρει διαδικτυακά λεξικά, όχι λογισμικό μεταφράσεων. Παρακαλούμε, αναζητήστε μία μία τις λέξεις (μπορείτε να τις κλίκαρετε παρακάτω) ή κάντε μια ερώτηση στα φόρουμε εάν χρειάζεστε άλλη βοήθεια.

bring to a conclusion


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο conclusion παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: bring | to | a
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conclusion n(final opinion, decision) (τελική γνώμη, απόφαση)συμπέρασμα ουσ ουδ
 I came to the conclusion that we should go.
 Έφτασα στο συμπέρασμα ότι θα έπρεπε να πάμε.
conclusion n(ending) (τελείωμα)επίλογος ουσ αρσ
  κατακλείδα ουσ θηλ
 The conclusion should summarise the essay.
 Ο επίλογος θα πρέπει να συνοψίζει το δοκίμιο.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conclusion n(inference)συμπέρασμα ουσ ουδ
 (μελέτη, έρευνα)πόρισμα ουσ ουδ
 The officer came to the conclusion that the suspect was lying.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
come to a conclusion v expr(person: deduce)συμπεραίνω, καταλήγω ρ μ
  βγάζω το συμπέρασμα περίφρ
 The police came to the conclusion that at least three men were involved in the robbery.
come to a conclusion v expr(end)ολοκληρώνομαι, τελειώνω ρ αμ
 The story comes to a conclusion when the hero rescues the children.
draw a conclusion v expr(deduce, conclude [sth])βγάζω συμπέρασμα περίφρ
 The sample was too small for the researchers to draw a conclusion with any certainty.
foregone conclusion n([sth] predictable, unavoidable)προδικασμένο αποτέλεσμα επίθ + ουσ ουδ
  δεδομένο ουσ ουδ
  αναπόφευκτος επίθ
  δεδομένη έκβαση, δεδομένη εξέλιξη μτχ πρκ + ουσ θηλ
 It was a foregone conclusion that Manchester United would win the match.
forgone conclusion n([sth] predetermined)προδιαγεγραμμένη απόφαση μτχ πρκ + ουσ θηλ
 (λόγιος)προειλημμένη απόφαση μτχ πρκ + ουσ θηλ
 The jury's guilty verdict was a forgone conclusion.
in conclusion adv(to sum up, to conclude)συμπερασματικά επίρ
 In conclusion, it is clear that air pollution represents a global challenge.
jump to the conclusion that,
leap to the conclusion that
v expr
(deduce hastily)βιάζομαι να συμπεράνω ότι/πως έκφρ
  προτρέχω συμπεραίνοντας ότι/πως έκφρ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'bring to a conclusion' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση bring to a conclusion στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «bring to a conclusion».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!